Ο ΣΕΙΣΜΟΣ
Ήλθε ο σεισμός και ισοπέδωσε τα πάντα.
Γέμισε ο τόπος με ερείπια,
πτώματα άταφα στα χάρτινα θεμέλια,
που σχεδιάστηκαν χωρίς κανόνες και διαβήτες.
Ύστερα ξέσπασε η λαϊκή οργή.
Κατέφθασαν οι δικαστές
κι οι ένορκοι κατέλαβαν τα έδρανα.
Οι θύτες έσκυβαν τα πρόσωπα.
Οι δικηγόροι υπεράσπισης
έριχναν άδικο στα μηχανήματα.
Πολλά τα επιχειρήματα
ξοδεύτηκε ο καιρός σε φληναφήματα.
Τα αγριόχορτα ήλθαν θριαμβικά
κάναν’ εγκαίρως την κατάληψη.
Με κόκκινα και κίτρινα καπέλα
στόλισαν τα ερείπια, έδειχναν όμορφα.
Ξεχύθηκε ο λαός στους δρόμους
να κάψει τον καρνάβαλο.
Φύση σοφή και πολυμήχανη
πάντα στο τέλος βάζεις σφραγίδα και υπογραφή.
Έτσι η ζωή φαντάζει γνήσιο αντίγραφο
κι ας είναι άκρως παραποιημένο.








