«Ἡ ἱστορικοφιλοσοφικὴ θέση τούτης τῆς ἐργασίας μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ ὡς ἑξῆς. Ἡ διαλεκτική, ὅπως τὴν ἔκαμε εὐρύτερα γνωστὴ ὁ Χέγκελ, συνδέοντάς την μὲ τ ̓ ὄνομά του, διαμορφώθηκε πάνω στὴ βάση μιᾶς μονιστικῆς κοσμοθεωρίας ἢ μιᾶς ἑνωτικῆς φιλοσοφίας, ἡ ὁποία ἐγκολπώθηκε καὶ ἡ ἴδια ἔντονες μονιστικὲς τάσεις τοῦ ὄψιμου γερμανικοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ συνάμα βρέθηκε ἀναγκασμένη νὰ καταπιαστεῖ ἐπισταμένως μὲ ὅσα γνωσιοθεωρητικὰ προβλήματα ἔθεσαν οἱ Κὰντ καὶ Φίχτε. Τούτη ἡ ἑνωτικὴ φιλοσοφία, καὶ μάλιστα σὲ περιεκτικὴ καὶ συστηματικὴ ἤδη μορφή, εἶναι προϊὸν τῆς αὐτοτελοῦς πνευματικῆς προσπάθειας τοῦ Χέλντερλιν στὰ ἔτη 1795‒1799. Ὁ Σέλλινγκ … ἐν μέρει υἱοθετεῖ καὶ ἐν μέρει ἀνακαλύπτει ὁ ἴδιος, μέσω τῆς προσωπικῆς του ἀντιπαράθεσης μὲ τὸν Φίχτε, τούτη τὴν ἑνωτικὴ φιλοσοφία στὰ ἔτη 1801‒1802, γιὰ νὰ τὴ μεταβάλει ταυτόχρονα σὲ μιὰ προγραμματικὴ κατασκευὴ ἑδραζόμενη στὸ τριαδικὸ σχῆμα. Ἡ συμβολὴ τοῦ Χέγκελ στὴ διαμόρφωση αὐτῆς τῆς πρώτης, ἀλλὰ καθοριστικῆς, μορφῆς τῆς διαλεκτικῆς πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἐλάχιστη, ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι ὑφίσταται. Γιατὶ τὰ γραφτά του ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Φρανκφούρτης ἀποτελοῦν ἐπεξήγηση καὶ ἐφαρμογὴ τῶν ἀρχῶν τῆς ἑνωτικῆς φιλοσοφίας τοῦ Χέλντερλιν, ἐνῶ οἱ πρῶτες πραγματεῖες του στὴν Ἰένα ἀπηχοῦν τὴν ἐν τῶ μεταξὺ ὁλοκληρωμένη σελλινγκιανὴ ἐκδοχή της. Ἡ αὐτοτελὴς φιλοσοφικὴ ἐξέλιξη τοῦ Χέγκελ, ἡ ὁποία εἶχε σημαντικὲς συνέπειες καὶ γιὰ τὴ μορφὴ τῆς διαλεκτικῆς, ἀρχίζει μόλις μετὰ τὸ 1802, καὶ μάλιστα μὲ τὴν ἀπόφαση ὅτι τὸ Ἀπόλυτο μπορεῖ νὰ γνωσθεῖ ἢ ὅτι ἡ Οὐσία εἶναι Ὑποκείμενο ― μιὰ ἀπόφαση ἡ ὁποία σήμαινε τὴ ρήξη μὲ τὴν κοινή, ὣς τότε ἀποδεκτὴ καὶ ἀπὸ τὸν Χέγκελ, πεποίθηση τῶν Χέλντερλιν καὶ Σέλλινγκ ὅτι τὸ Ἀπόλυτο δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γνωσθεῖ κι ὅτι ἡ γνώση καὶ ἡ σκέψη ἀποτελοῦν per definitionem χωρισμοὺς καὶ ἀφαιρέσεις.»
—Π. Κονδύλης
